Blog ΔΣΚ

Blog Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας

ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ-ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ του Βραδή Γιάννη, Δικηγόρου Κέρκυρας και πρώην Προέδρου Δ.Σ. Κέρκυρας

Ιανουάριος 15th, 2019

Μας ζητήθηκε πρόσφατα από τον Πρόεδρο του Συλλόγου μας να υποβάλλουμε άμεσα  απόψεις για την επισπευδόμενη από την Κυβέρνηση διαδικασία προς αναθεώρηση του Συντάγματος. Υποθέτω πως θέλει τις απόψεις μας για να συνεκτιμηθούν από την διοίκηση του Συλλόγου μας ώστε να σταλεί μία ενιαία θέση του Συλλόγου στην Ολομέλεια. Αποτολμώ, συνεπώς, στο πολύ στενό χρονικό περιθώριο που ετέθη, να εκθέσω απόψεις για το μείζον, κατά διαστήματα επαναλαμβανόμενο ζήτημα της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και των παρεμβάσεων στην λειτουργία της εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας. Ζήτημα για το οποίο οφείλουμε να έχουμε θέση. Συνακόλουθα, εκθέτω σκέψεις μου για τον ρόλο των δικηγόρων ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης και τον ρόλο των δικηγορικών συλλόγων, ως θεσμικών φορέων, στα θεσμικά θέματα, με επισκόπηση της  τρέχουσας στάσης του Συλλόγου μας .

 

Ως γνωστόν, το ισχύον Σύνταγμα κατοχυρώνει την δικαστική λειτουργία στο άρθρο 26 παρ.3 αυτού  και την θωρακίζει στο άρθρο 87 παρ. 1 με την καθιέρωση της  λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών . Η λειτουργική ανεξαρτησία (άρθρο 87 παρ. 2 Σ) αφορά πρωτίστως  την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων των δικαστών που πρέπει να γίνεται αποκλειστικά βάσει  του Συντάγματος και των νόμων, ισχύοντος και του συστήματος του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων που επιτρέπει τον έλεγχο αυτό  και στους δικαστές των κατωτέρων δικαστηρίων. Η προσωπική ανεξαρτησία  των δικαστών αναφέρεται βασικά  στην  αυτόνομη και ανεξάρτητη από νομοθετικές, διοικητικές και κυρίως πολιτικές παρεμβάσεις υπηρεσιακή τους εξέλιξη . Ως κυριότερη εγγύηση  έχει την ρύθμιση του άρθρου 90 του Συντάγματος που καθορίζει ότι οι τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις, προαγωγές των δικαστικών λειτουργών  η εν γένει υπηρεσιακή εξέλιξη αυτών καθορίζεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται, κατά κλάδο δικαιοδοσίας, αποκλειστικώς από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς του κλάδου αυτού (άρθρα 90 παρ. 1 εδ. β’ και 95 παρ. 1 εδ. γ’, δ΄, ε΄ του Συντάγματος). Στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού ( 90) καθορίζεται ότι  η επιλογή του Προέδρου και των Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Εισαγγελέα και των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου και, τέλος, των Γενικών Επιτρόπων των Διοικητικών Δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντιστοίχως, γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατόπιν εισηγήσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, μεταξύ των δικαστών, οι οποίοι διαθέτουν τα κατά νόμον τυπικά προσόντα. Το δε σχετικό προεδρικό διάταγμα διορισμού δεν προσβάλλεται ενώπιον του ΣτΕ με αίτηση ακύρωσης (άρθρο 90 παρ. 6 Σ) με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία επιλογής να αποτελεί στην ουσία  μια πολιτική απόφαση.

Το σύστημα αυτό έχει πολλαπλώς επικριθεί  τόσο από την επιστήμη όσο και από την κοινή γνώμη, γιατί υπαγάγει την δικαστική λειτουργία, παρότι συνταγματικώς ισότιμη προς τις άλλες δύο, στην επικυριαρχία της εκτελεστικής εξουσίας, εξοβελίζει συχνά την επιβαλλόμενη αξιοκρατία, υπονομεύει τελικά την δικαστική ανεξαρτησία ακόμη και την υπηρεσιακή εξέλιξη.

Στο διαδικαστικό μέρος, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Ν.3841/2010, το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προεπιλέγει έξι υποψηφίους από τους διαθέτοντες τα τυπικά προσόντα. Στη συνέχεια, ο Υπουργός απευθύνεται στην Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία, κατόπιν ακροάσεως των προεπιλεγέντων,  με επιδίωξη ομοφωνίας, ή, πάντως, με πλειοψηφία τουλάχιστον των 4/5, εκφράζει γνώμη προτείνοντας αριθμό δικαστικών λειτουργών ίσο με το ήμισυ των προεπιλεγέντων.

Η κριτική στην διαδικασία αυτή επικεντρώνεται στην έλλειψη ουσιαστικής δυνατότητας αντικειμενικής αξιολόγησης των προσόντων των υποψηφίων.Ως προβληματικά σημεία έχουν τονισθεί τόσο το αδιευκρίνιστο περιεχόμενο της ακρόασης όσο και το αναιτιολόγητο της γνωμοδότησης, κάτι που έχει επισημανθεί και από το ΣτΕ. (πρακτικό 2/2010 τΕ σε Ολομέλεια και Συμβούλιο). Εξάλλου, η εν λόγω γνωμοδότηση δεν δεσμεύει τον Υπουργό.

Κατά συνέπεια, πρέπει  να προκριθεί ένα αμερόληπτο σύστημα επιλογής, το οποίο θα συνδυάζει την εμβάθυνση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, την αξιοκρατία αλλά και την  δημοκρατική νομιμοποίηση των δικαστικών λειτουργών στην άσκηση της εξουσίας τους.

Τα συστήματα που κατά καιρούς έχουν προταθεί είναι:

α) Το σύστημα, σύμφωνα με το οποίο η επιλογή της ηγεσίας γίνεται αποκλειστικά με βάση την αρχαιότητα. Ως βασικό του προσόν προβάλλεται το ότι προσφέρει αντικειμενικότητα στην επιλογή της ηγεσίας. Ως μειονέκτημα το ότι ο αρχαιότερος δεν είναι πάντα και ο καταλληλότερος.

β) Το σύστημα επιλογής της ηγεσίας από την Ολομέλεια του οικείου Ανώτατου Δικαστηρίου. Προβάλλεται ως προάγον την δικαστική αυτονομία και ανεξαρτησία. Ελέγχεται ότι πάσχει από δημοκρατική νομιμοποίηση αφού όλες οι εξουσίες πρέπει να πηγάζουν άμεσα ή έμμεσα από τον λαό (1 παρ.3 Σ).

γ) Το σύστημα της εκ περιτροπής ασκήσεως της διεύθυνσης των ανώτατων δικαστηρίων διά κληρώσεως ή με άλλο τρόπο. Ελέγχεται για την δυνατότητα εφαρμογής του και τον κίνδυνο να κληρωθούν εντελώς  ακατάλληλοι.

δ) Το σύστημα  που κατά την γνώμη μου μπορεί να υιοθετηθεί και  προταθεί  έχει ως εξής:

Η Ολομέλεια του κάθε ανωτάτου  δικαστηρίου προεπιλέγει με μυστική ψηφοφορία, για τη θέση του Προέδρου,  τρία από τα μέλη της, στα οποία προστίθενται αυτοδικαίως οι τρεις αρχαιότεροι εν ενεργεία Αντιπρόεδροι του Δικαστηρίου. Εφ’ όσον κάποιος ή όλοι οι τελευταίοι αναφερθέντες συμπέσει να έχουν προεπιλεγεί και διά της ψήφου των συναδέλφων τους, η θέση ή θέσεις υποψηφίων, που πληρώνονται κατ’ αρχαιότητα, καλύπτονται από τον αμέσως επόμενο ή επόμενους στην επετηρίδα δικαστικούς λειτουργούς. Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης διαβιβάζει αμελλητί και υποχρεωτικώς τον κατάλογο των έξι, κατά τα ανωτέρω, προεπιλεγέντων ανωτάτων δικαστών, χωρίς δυνατότητα παρεμβάσεως σε αυτόν, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος, μετά από προηγούμενη ακρόαση των υποψηφίων  και με αιτιολογημένη κρίση βάσει του υπηρεσιακού τους φακέλου, διορίζει ως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον ανώτατο δικαστή της επιλογής του. Κατόπιν τούτου, εκδίδεται το σχετικό προεδρικό διάταγμα διορισμού με προσυπογραφή του αρμόδιου Υπουργού.

Με το σύστημα αυτό η Κυβέρνηση περιορίζεται σε καθαρά τυπικό ρόλο και ενισχύεται με την άσκηση μιας εξαιρετικής αρμοδιότητας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως αρχηγός του Κράτους που εκλέγεται από το Κοινοβούλιο και του οποίου η ανάμειξη με γνησίως αποφασιστική αρμοδιότητα στην όλη διαδικασία προσδίδει αυξημένη δημοκρατική νομιμοποίηση και ιδιαίτερο κύρος στην ανάδειξη της ηγεσίας της δικαιοσύνης.

 

Εφόσον όλες οι  πολιτικές δυμάμεις ομνύουν, δημόσια τουλάχιστον, στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, το ερώτημα που γεννάται αφορά τον ρόλο και την στάση των δικηγόρων και των δικηγορικών Συλλόγων όταν αμφισβητείται η ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη από πολιτικές σκοπιμότητες λειτουργία της δικαιοσύνης.

Στο εξώφυλλο του ημερολογίου  2019 του Δικηγορικού Συλλόγου Κερκύρας (Δ.Σ.Κ.),  σωστά ο  Πρόεδρος φρόντισε να αναγραφεί η ιδιότητα του δικηγόρου ως συλλειτουργού της δικαιοσύνης κατ’ αρθρ.2 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων). Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε επέμβαση ή απόπειρα επέμβασης στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης πρέπει να προκαλέσει την άμεση αντίδραση του δικηγορικού σώματος. Το ίδιο πρέπει να συμβεί όταν εκδηλώνονται στον χώρο της δικαιοσύνης ενδογενείς παθογένειες, δυσλειτουργίες και εκλεκτικές συγγένειες με την εκτελεστική εξουσία.  Ας τονιστεί εδώ ότι η ιδιότητα του συλλειτουργού της δικαιοσύνης δεν είναι ένας τίτλος τιμής κενός περιεχομένου και πρακτικής αξίας  αλλά ενσωματώνει νομική και ηθική επιταγή, επιβάλλει δε ενσυνείδητη βιωματική σχέση  που αποκτάται και αποδεικνύεται με την καθημερινή πράξη των μάχιμων δικηγόρων αλλά και με την θεσμική  λειτουργία των Δικηγορικών Συλλόγων. Δεν είναι βέβαια το άρθρο 2 του Κώδικα Δικηγόρων το μοναδικό άρθρο που αναφέρεται στον λειτουργηματικό χαρακτήρα της δικηγορίας. Το άρθρο 90  εντάσσει στους σκοπούς και τις αρμοδιότητες  των δικηγορικών συλλόγων, συνεπώς και στα καθήκοντά τους, πλην των άλλων και τα εξής:

– Την  υπεράσπιση των αρχών και κανόνων του κράτους δικαίου σε μια δημοκρατική πολιτεία.

– Την διασφάλιση της λειτουργίας μιάς ανεξάρτητης δικαιοσύνης.

– Την  διατύπωση γνωμών και προτάσεων που αφορούν στη βελτίωση της νομοθεσίας, την ερμηνεία και την εφαρμογή της.

– Την  διατύπωση κρίσεων και προτάσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας και της απονομής της δικαιοσύνης.

– Την  άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον Δικαστηρίων και κάθε Αρχής για κάθε ζήτημα εθνικού (ή  τοπικού) κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου.

Υπερασπιζόμενοι οι δικηγορικοί Σύλλογοι την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, υπερασπίζονται την ίδια την Δημοκρατία αφού, χωρίς ανεξάρτητη δικαιοσύνη και κράτος δικαίου, δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει.

Προβαίνω στην αναφορά αυτή καθόσον προσφάτως  προέκυψε σοβαρό θεσμικό ζήτημα αναφορικά  με την ανεξαρτησία αλλά και την  λειτουργία της δικαιοσύνης  εξ αφορμής χειρισμών  στην υπόθεση του σκανδάλου NOVARTIS.  Έγιναν από διάφορες πλευρές ποικίλλες δημόσιες καταγγελίες, αναφορές  και  σχόλια, με διαφορετικές στοχεύσεις. Ανέκυψε έτσι  σοβαρότατο θεσμικό ζήτημα απτόμενο της λειτουργίας και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Στο ζήτημα που ανέκυψε παρενέβησαν και πήραν θέση πολλοί θεσμικοί φορείς , οι Δικαστικές Ενώσεις, η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων και  πολλοί Δικηγορικοί Σύλλογοι ενημέρωσαν κατ’ιδίαν τις περιφέρειές τους. Ατυχώς, επί του θέματος αυτού στον  Δικηγορικό Σύλλογο Κέρκυρας  επικράτησε απόλυτη σιωπή και έτσι η κερκυραϊκή κοινωνία δεν είχε την άποψη του καθ’ύλην αρμόδιου τοπικού θεσμικού φορέα . Γεννώνται έτσι αναπόφευκτα τα εξής ερωτήματα:

– Η σιωπή του δικηγορικού Συλλόγου οφείλεται σε έλλειψη θέσης επί του θέματος ;

–  Η εκδοθείσα ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής  της Ολομέλειας  των Δικηγορικών Συλλόγων   κάλυψε ή δεν κάλυψε  τον Δ.Σ.Κ. ;

– Εάν η ανακοίνωση της Συντονιστικής εξέφραζε και κάλυψε  τον Δ.Σ.Κ.,  γιατί δεν κοινοποιήθηκε στους  δικηγόρους και δεν αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Συλλόγου; Γιατί δεν γνωστοποιήθηκε στην τοπική κοινωνία με την κοινοποίησή της στα τοπικά ΜΜΕ αφού  δεν υπήρξε ιδιαίτερη τοποθέτηση του Δ.Σ.Κ.;  Οφείλεται σε έλλειψη ανακλαστικών του Προέδρου  ή μήπως σε σκόπιμη επιλογή του λόγω των επικειμένων  δημοτικών εκλογών  στις οποίες έχει δηλώσει την συμμετοχή του και δεν πρέπει να δημιουργούνται δυσαρέσκειες σε κατηγορίες ψηφοφόρων; Δεν αποτελεί δε τυχαία παράλειψη καθόσον  δεν έχει  γίνει παρέμβαση του Δ.Σ.Κ. σε σειρά σοβαρών θεσμικών και κοινωνικών – τοπικών ζητημάτων. Ενδεικτικά αναφέρεται η απουσία παρέμβασης του Δ.Σ.Κ. στο μείζον πρόβλημα  των σκουπιδιών (παρά το επί μακρόν εκκρεμές αίτημα πολλών δικηγόρων  προς σύγκληση Γ.Σ. για την λήψη συλλογικής απόφασης) , όπως το θεσμικό ζήτημα της διάσπασης ή μη του ενιαίου Δήμου, όπως το θεσμικό ζήτημα της  παρεμπόδισης της λειτουργίας του δημοτικού συμβουλίου.  Η όποιες παρεμβάσεις  του Δικηγορικού Συλλόγου  δεν μπορεί να εξαντλούνται σε δράσεις που προάγουν δημόσιες σχέσεις, προβολή και επικοινωνία αλλά να αφορούν  δράσεις και  παρεμβάσεις που προάγουν τον δημόσιο διάλογο , την λαϊκή ενημέρωση,  τον κοινωνικό προβληματισμό. Θεσμική ουσία δηλαδή και όχι επικοινωνία!

Ο Δικηγορικός Σύλλογος , κοντολογίς, οφείλει να εκπληρώσει τον ρόλο του αυτό ως θεσμικός φορέας και όχι ως εφαλτήριο φιλοδοξιών, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών στην Κέρκυρα και στην αναστροφή της καθοδικής πορείας του τόπου μας.

Γιάννης  Γ.  Βραδής

        Δικηγόρος

 

 

 

Blog ΔΣΚ

Blog Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας