Blog ΔΣΚ

Blog Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας

Η φαινομένη εκτίναξη του δείκτη εγκληματικότητας και ο ανομολόγητος εκφυλισμός του κράτους δικαίου,άρθρο του Δικηγόρου Παύλου Τζοβάρα, π. Προέδρου Δ.Σ. Θεσπρωτίας

Μάιος 9th, 2022

Ο αφύσικος καταιγισμός παρανοϊκών αντικοινωνικών συμπεριφορών και αδιανόητων εγκληματικών φαινομένων με στυγερές και αποτρόπαιες ανθρωποκτονίες και βδελυρά κακουργήματα αναγόμενα στη γενετήσια σφαίρα αλλά και ο πνιγηρός απόηχος από την απαράδεκτη, εμμονική, πομπώδη και θλιβερή αναπαραγωγή τους, από το σύνολο σχεδόν του ούτως ή άλλως βεβαρημένου τηλεοπτικού μας πεδίου, με ανήκουστο βανδαλισμό ψυχών και σωμάτων και κατακρεούργηση θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων, αποτελεί εκφυλιστική έκφανση του δημόσιου βίου και απροκάλυπτη ομολογία απόλυτης χρεωκοπίας που παραπέμπει σε υποπολιτισμικά περιβάλλοντα, τα οποία πιστεύαμε ότι αποτελούσαν μακρινό παρελθόν και είχαν τελεσίδικα εκλείψει.

Παρίσταται όθεν ανάγκη να εστιάσουμε σε δύο ερωτήματα, όπως δικαιολογούνται και υπαγορεύονται από την παράθεση του τίτλου του παρόντος, γιατί μόνο μια προσεκτική και υπεύθυνη προσέγγιση στα πλαίσια του νόμου και μια έντιμη θεώρηση με βάση τα πορίσματα της επιστήμης, μπορεί να τεκμηριώσουν τις απόψεις και να αναδείξουν την αλήθεια:

1. Η επιχωριάζουσα δήλη εγκληματικότητα, ακόμα και στην ακραία εκδοχή της, συνιστά  πρωτόγνωρη και απροσμέτρητων διαστάσεων εφιαλτική  παθογένεια που απειλεί ευθέως να δυναμιτίσει τα θεμέλια της κοινωνίας;

2. Τα μ.μ.ε. και ιδιαίτερα η πανίσχυρη τηλεόραση με τις υπερεξουσίες που διαθέτει και την ακαταμάχητη δύναμη της εικόνας με την οποία ευχερώς μπορεί να εγκλωβίσει και χειραγωγήσει τους εξ ημών πλέον αδαείς και ευάλωτους, εναρμονίζεται και λειτουργεί ως επιτάσσει ο δημόσιος χαρακτήρας της και το εύρος των επιταγών του άρθρ. 15§2 Σ, κυρίως εν αναφορά με τους ορισμούς του κράτους δικαίου και τη ρητή και θεμελιώδη  διατυπωμένη μόλις στο αρθρ. 2§1Σ διάταξη περί σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, όπως αρμόζει σε ευνομούμενο κράτος και στο δημοκρατικό μας πολίτευμα;

Και μπορεί ο μέσος πολίτης να πειράται να ερμηνεύσει τον ορυμαγδό βίας, φρίκης και αίματος ανασύροντας ως την κύρια αιτία της κακοδαιμονίας που μας μαστίζει τα εκ της πανδημίας δεινά (covid-19) και τα βλαπτικά παράγωγά τους, μια τέτοια προσέγγιση όμως που παραγνωρίζει την ανθρώπινη φύση είναι προδήλως άστοχη, ελλειπτική, αδιέξοδη και αθεράπευτα αντιεπιστημονική.

Όπως σε παλαιότερο άρθρο μου με τίτλο «Στον αστερισμό του εγκλήματος» σημείωνα, κάθε εποχή εκλύει την ανάλογη ποσότητα εγκληματικής ύλης, ως δικλείδα αποσυμπίεσης της συσσωρευμένης λάβας στον σειόμενο και διαρκώς δονούμενο χάρτη της εγκληματικότητας. Κατά τον Καθηγητή της εγκληματολογίας Ιωάννη Δασκαλόπουλο: «Το έγκλημα δεν πρόκειται να εκλείψει ποτέ. Είναι οριακή κατάσταση ανθρωπίνως ανυπέρβλητη. Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχει έγκλημα. Αποτελεί καρκίνωμα στον κοινωνικό μας ιστό και η κοινωνία ανελίσσεται φέρουσα την πληγή».

Είναι η οδυνηρή στιγμή που ο άνθρωπος αποκόπτεται από την αγέλη. Θραύει τον κοινωνικό του δεσμό, προκαλεί τη ρήξη. Μέσα σ’ ένα καταθλιπτικό και δυστοπικό περίγυρο με κοινωνικές αντιπαραθέσεις και υπερχειλίζουσα οξύτητα,ναυαγισμένες προσδοκίες και προδομένα όνειρα που ζητούν εκδίκηση,επακόλουθο είναι να ευνοούνται και να εκκολάπτονται ανεξέλεγκτες συμπεριφορές που αμαυρώνουν τον πολιτισμικό μας δείκτη.

Προσέτι, παρέθετα χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτρόπαιων και φρικαλέων εγκλημάτων, όπως του φοιτητή που κατακρεούργησε στενά συγγενικά του πρόσωπα, πέντε τον αριθμό και αφού τεμάχισε τα μέλη τους τα έβαλε σε σακούλες και τα πέταξε σε σκουπιδότοπο στην Κεραμωτή Καβάλας. Καθώς και του ταϋλανδέζου μπάτλερ που εξόντωσε με σατανικό τρόπο και απύθμενη σκληρότητα διαδοχικά τα μέλη μιας τετραμελούς οικογένειας στην Κηφισιά υποχρεώνοντας τα επόμενα θύματα να θεώνται την θανάτωση των προηγηθέντων οικείων τους…

Πλήθος ισχυρών «ισοδυνάμων» στα οποία ευχερώς δύναται να συμπεριλάβει κανείς: Το έγκλημα στα Γλυκά Νερά, τον ομαδικό βιασμό και τη θανάτωση φοιτήτριας στη Ρόδο, το αποδιδόμενο σε μητέρα στην Πάτρα που φέρεται να προέβη στη θανάτωση ενός (;) παιδιού της, βιασμοί ανηλίκων και κακοποιητικές συμπεριφορές «ευυπόληπτων» κύκλων και δραστών υπεράνω υποψίας, επιβεβαιώνουν σε κάθε εποχή και σήμερα το προφανές.

Αψευδής μάρτυς των ανωτέρω αποτελεί η επίκληση της ιστορίας της εγκληματικότητας στη χώρα μας και η αρνητική παράμετρος που την συνοδεύει. Διήκει όντως μια ατελείωτη διαδρομή αβάσταχτου πόνου και ανήκουστης βαρβαρότητας που στιγμάτισαν ανεξίτηλα τις πληγείσες τοπικές κοινωνίες. Και βέβαια η ομοβροντία επάλληλης  εγκληματικής δράσης δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία. Η διεθνής «βιβλιογραφία» όχι μόνο δεν υπολείπεται αλλά εξακόντισε τη θηριωδία σε δυσθεώρητα ύψη εκπέμποντας το ανατριχιαστικό μήνυμα ότι τα τάρταρα και η άβυσσος μπορεί να είναι και δίπλα μας… Γιατί πώς να απαλείψει από τη μνήμη του κανείς τον παρανοϊκό και μισάνθρωπο Νορβηγό δολοφόνο Μπρέιβικ που το 2011 αποβιβάστηκε  πάνοπλος στο Νησί Ουτόνγκα και σκόρπισε τον τρόμο και τον θάνατο σε 77 άτομα, τραυματίζοντας ακόμα περισσότερα χωρίς τίποτα να μπορέσει να τον ανασχέσει ή τους ανισόρροπους εισβολείς στα σχολεία στις Η.Π.Α. που άνοιξαν πυρ εκτελώντας αλύπητα και αδιακρίτως νεαρά βλαστάρια, μαθητές κάθε ηλικίας, καθώς και τα τυφλά τρομοκρατικά χτυπήματα με τοποθέτηση βόμβας σε αεροπλάνα και τόσα άλλα «ανδραγαθήματα» διεστραμμένων υπανθρώπων;

Η φαινομένη εκτίναξη του δείκτη εγκληματικότητας είναι κατά ταύτα ψευδής και απατηλή, τεχνηέντως γιγαντωμένη από μεγεθυντικούς και παραμορφωτικούς φακούς στην υπηρεσία μιας αδίστακτης τηλεόρασης που ομνύει στην τρομολαγνεία και στον εντυπωσιασμό ως μοχλό διεκδίκησης της πρωτιάς στην τηλεθέαση. Η όποια κακουργηματική δυναμική είναι η συνήθης και αναμενόμενη σε κάθε εποχή και τίποτε άλλο δεν πιστοποιεί παρά την αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι από γενέσεως και δημιουργίας του κόσμου η ανέλιξη της ανθρωπότητας υπακούει στο dna των πρωτοπλάστων και μοιραία στην αέναη διαδρομή του χρόνου εσαεί στο αποτύπωμά μας θα ανιχνεύεται η αιμάσσουσα πορεία που χάραξε ο Κάιν.

Το κράτος δικαίου οφείλει να διαπνέεται και να εμφορείται από τους πυλώνες του Καταστατικού χάρτη, την αναγνώριση της λαϊκής κυριαρχίας ως θεμέλιο του πολιτεύματος, την διάκριση των εξουσιών, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την αρχή της νομιμότητας και τον έλεγχο των πράξεων των κρατικών οργάνων. Παράλληλα να λειτουργεί ακολουθώντας το απαύγασμα των συνταγματικών κανόνων αναγορεύοντας ως υπέρτατη αρχή την ισχύ και εφαρμογή του νόμου με ισότητα αδιακρίτως έναντι πάντων.

Παρ’ ημίν, καταφανής είναι η αδυναμία εμπέδωσης του κράτους δικαίου και διάχυτη η αντίληψη ότι όχι απλώς ανάταση δεν υπάρχει αλλά φθίνουσα πορεία που το έχει οδηγήσει σε παρατεταμένη περίοδο χειμερίας νάρκης. Αυτό επιμαρτυροί η συστηματική συρρίκνωσή του στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του και η απεμπόληση κυριαρχικών δικαιωμάτων που προοιωνίζουν δεινά και συντείνουν στην σταδιακή αποδόμησή του.

Η ελληνική κακοδαιμονία που ταλανίζει τον τόπο, εκπηγάζει όχι από την έλλειψη θεσμικών ερεισμάτων και αντίστοιχων νομικών κανόνων, αλλά από την ολοκληρωτική κατίσχυση των μιντιακών μέσων και την ανάδειξη της τηλεόρασης ως ηγεμονεύουσας δύναμης που χωρίς απολύτως καμιά νομιμοποίηση επεδόθη απροκάλυπτα με καθεστωτική αντίληψη στην εγκαθίδρυση, στη χώρα της εσπερίας, «τηλεοπτικής» δημοκρατίας κατά πλήρη περιφρόνηση του ισχύοντος νομικού status.

Η τηλεόραση με τη διαχρονική, κατά το μάλλον ή ήττον, ανοχή και ενοχή όλου του πολιτικού φάσματος μπορεί απροκάλυπτα και χωρίς προσχήματα να εισδύει σε αλλότριους χώρους, να σφετερίζεται εδάφη που δεν της ανήκουν, τα οποία σπεύδει… να προσαρτήσει στην αυτοκρατορία της, γιατί με το ομολογουμένως αλάνθαστο κριτήριο που διαθέτει, εκτιμά ότι στο χρηματιστήριο της ενημέρωσης άλλα πιο εύπεπτα και ελκυστικά προϊόντα ερεθίζουν περισσότερο την κοινή γνώμη, εξάπτουν ασφαλέστερα νοσηρές φαντασίες και μαγνητίζουν αποτελεσματικότερα ανώριμα πλήθη. Προσέτι δε, ως η επικαιρότητα προστάζει, νέμεται προνομιακά πεδία και αντιποιείται αρχές και εξουσίες, παρότι άλλα επιτάσσουν ο δημόσιος χαρακτήρας της και η κοινωνική της αποστολή.

Η δαιμονιοποίηση της τηλεόρασης εκκινεί από την ηγεμονική της αντίληψη ότι ο κόσμος της ανήκει ως φέουδο και τον χρησιμοποιεί ως άθυρμα για επίδειξη της μεγαλομανίας της. Δεν τον αφήνει ν’ ανασάνει ούτε στιγμή. Τον έχει αποστεώσει αφαιρώντας του κάθε ίχνος παραγωγικής ικμάδας και μεταβάλει σε πειθήνιο ενεργούμενό της κατά τους ορισμούς και τις εντολές ασύδοτων μιντιαρχών.

Τον τελευταίο καιρό βιώνουμε την απίστευτη παρακμή και τον ευτελισμό της που την έχουν περιαγάγει στο τελευταίο σκαλί, στου κακού τη σκάλα. Η ελληνική τηλεόραση συνεχίζει… να «διαβάζει» τις ημερήσιες πολιτικές και αθλητικές εφημερίδες και άλλα έντυπα και περιοδικά, λες και απευθύνεται σε κατεξοχήν αγράμματους και αναλφάβητους. Παράλληλα έχει στήσει εκπομπές και δημιουργήσει πρωινές, μεσημβρινές και απογευματινές ζώνες, με αμφιβόλου ποιότητας και αξιοπιστίας «πρωινάδικα» και «μικρομάγαζα» στα οποία κρατά σε ομηρεία ανυποψίαστους τηλεθεατές που ως Κίρκη τους μεταμορφώνει σε άμορφη μάζα, παθητικούς δέκτες, μοιραίους και άβουλους αργόσχολους χωρίς να προσμένουν κάποιο θαύμα. Σ’ αυτές τις ανούσιες και οχληρές εκπομπές σιτίζεται εσμός προσώπων και διαπρέπουν περισπούδαστοι «ειδικοί» που καλούνται να προσφέρουν τα φώτα τους με εξασφαλισμένη την διαφήμισή τους και την ευρεία δημοσιοποίηση της ταυτότητας και της εικόνας τους ως κατόχων… μεταπτυχιακού της T.V.

Το αρνητικό πρόσημο που χαρακτηρίζει την τηλεόραση, σχηματοποιείται σε αξίωμα ως ακολούθως: Όσο μεγαλύτερη ευκαιριακή ακροαματικότητα επιτυγχάνει, τόσο αστοχεί και αναντίστοιχη εμφανίζεται στην εκπλήρωση της κοινωνικής και πολιτισμικής της αποστολής. Και παρότι κατά το πλείστον μονοπωλεί την είδηση, την πληροφορία, την ενημέρωση, την εικόνα, την εμβέλεια και εν γένει την κοινωνική ζωή, δεν απέφυγε τον εκτροχιασμό της, γιατί ανήγαγε την μετριότητα σε χρυσό κανόνα πλοήγησής της, αυτοπαγιδεύτηκε στην ασημαντότητα των θολών μηνυμάτων που εξέπεμψε και μετέτρεψε την κολοσσιαία δύναμη με την οποία πριμοδοτήθηκε σε χαμηλές πτήσεις, ανώριμη και ανίκανη να διαχειριστεί την ποιότητα, τον πλουραρισμό, τον πολιτισμό, την πρόοδο και να κτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης.

Εσχάτως με αφορμή βαριές ποινικές εκτροπές και απεχθείς εγκληματικές πράξεις που απασχόλησαν την κοινή γνώμη και προκάλεσαν το κοινό περί δικαίου αίσθημα, επέπρωτο να ζήσουμε την πάσα αθλιότητα, βάναυση προσβολή στην αξιοπρέπεια του μέσου πολίτη. Και τούτο διότι η πολυμήχανη τηλεόραση εθεώρησε καλλίστη την ευκαιρία να συμμετάσχει με πρωταγωνιστικό ρόλο στο ανακύψαν νέο λαμπρό πεδίο δόξας και επεδόθη σε ανίερη και πρωτοφανή εκμετάλλευσή του, φιλοτεχνώντας απίστευτο σκηνικό διαρκών εκπομπών αναπαραγωγής των φαινομένων διεξαγωγής «δικών» στις οθόνες της, με τηλεδικαστές και τηλεεισαγγελείς, στρατιά ειδικών και ειδημόνων, πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων, ψυχιάτρων και ψυχολόγων, ακόμα και δημοσιογράφων ντετέκτιβ για να αναδείξουν και καλύψουν τις επίζηλες νέες αμφιβόλου συνταγματικότητας δραστηριότητές της.

Και βέβαια δεν θα μπορούσε να απουσιάζει και να μην «λαμπρύνει» με την παρουσία της, η μεγάλη του γένους σχολή των… «γνωστών ποινικολόγων», που θεσμικά έκθετη, κατά παράβαση των υψηλών παραδόσεων του δικηγορικού μας σώματος και με βαρύτατες ευθύνες των οικείων δικηγορικών συλλόγων στους οποίους ανήκουν, με την ασύγγνωστη παράστασή τους και την αποκλίνουσα και εκκεντρική «συνηγορία» τους υπερθεματίζουν ανεπιγνώτως, ως πολιορκητικοί κριοί, την καθιέρωση της… τηλεοπτικής δίκης.

Η απερίσκεπτη συμπεριφορά των τηλεαστέρων, που ασύδοτοι κατά πάντα συνωθούνται κατά κόρον στα πρωινάδικα μικρομάγαζα της τηλεόρασης για να διατυπώσουν ως «αυθεντίες» και «επιτομή» της ποινικής δίκης τις περισπούδαστες απόψεις τους, αποτελεί πυορρούσα πληγή και κακόηθες σύμπτωμα αλαζονείας και έπαρσης που αφυδατώνει τον αυθεντικό δικανικό λόγο, προσβάλλει και αδικεί το ύψιστο λειτούργημα του πολιτισμού μας και αναιρεί τον υπερασπιστικό λόγο, μια φωνή που έρχεται από πολύ μακρυά και προώρισται να μην σιγήσει ποτέ.

Αλήθεια, ποιο κενό διέγνωσαν και σπεύδουν να το καλύψουν; Μήπως οι διαπράξαντες τα εγκλήματα δεν συνελήφθησαν;  Δεν άσκησε την δέουσα ποινική δίωξη ο αρμόδιος εισαγγελέας; Δεν παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι στον ανακριτή; Δεν εκλήθησαν νομοτύπως σε απολογία; Δεν διατάχθηκε η προσωρινή τους κράτηση; Δεν ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσής τους; Και μάλιστα δύο από τις πολύκροτες αυτές υποθέσεις δεν είναι ήδη σε εξέλιξη, ολίγον πριν την ολοκλήρωσή τους;

Εντεύθεν ανακύπτει το ερώτημα: Η τηλεόραση, εν τη απείρω παντοδυναμία της αποδέχεται και αναγνωρίζει το ισχύον νομικό καθεστώς; Σέβεται και συμμορφούται στις επιταγές του δικαίου; Εάνη απάντηση τεκμαίρεται καταφατική, γιατί «αρνείται» το αναφαίρετο συνταγματικό δικαίωμα στους φυσικούς δικαστές να ασκήσουν απερίσπαστοι το δικαιοδοτικό τους έργο και με αλλεπάλληλες έκνομες και αμετροεπείς παρεμβάσεις της μολύνει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της δίκης, επιτείνει την σύγχυση και συστηματικά κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη δικαιοσύνη;

Από πού αντλεί το δικαίωμα να λαμβάνει αντίγραφα απολογιών κατηγορουμένων και καταθέσεις μαρτύρων, ακόμα και στο στάδιο ανάκρισης εν εξελίξει; (Δεν παραλείπω ν’ αναφέρω ότι πριν την τροποποίηση του αρθρ. 241 Κ.Π.Δ. η  ανάκριση ωρίζετο ως «μυστική», πλην όμως οι αλλεπάλληλες διαρροές υπήρξαν τόσο συχνές και εκτεταμένες που προκαλούσαν δικαιολογημένα ερωτηματικά στους πολίτες και έφερναν σε δεινή αμηχανία τους κατά νόμο υπεύθυνους εισαγγελείς και ανακριτές για την αδράνεια τους. Έτσι με το Ν. 4620/2019 η οικεία διάταξη τροποποιήθηκε και πλέον η ανάκριση χαρακτηρίζεται «έγγραφη και χωρίς δημοσιότητα»).

Πώς νομιμοποιείται το μονότονα επαναλαμβανόμενο σκηνικό αναπαραγωγής «δικών» επί εκκρεμών ποινικών υποθέσεων με ευρεία χρήση και δημοσιοποίηση στοιχείων της προδικασίας και εσμό προσκεκλημένων ως ειδικών και ειδημόνων, για να αναλύσουν την προσωπικότητα του ούτως ή άλλως απολειπομένου κατηγορουμένου και να προσδιορίσουν ερήμην του τα κίνητρα και τα ελατήρια της πράξης του, χωρίς να «ακουστεί», καίτοι ως κεντρικό πρόσωπο της δίκης έχει πάντα το λόγο τελευταίος,  ως να αγνοεί ο κάθε μιντιακός κολοσσός ότι σε προηγμένες έννομες τάξεις βάση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών (αρθρ. 26 Σ) «η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια: οι αποφάσεις της εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού» και στα αρθρ. 96-97 Σ ρητώς ορίζεται ότι τα κακουργήματα δικάζονται από μεικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους.

Πού βρίσκει έρεισμα η αναντίρρητα εξωθεσμική παραβίαση και ισοπέδωση του τεκμηρίου αθωότητας που δεν είναι ένα απλό σχήμα λόγου αλλά θωρακίζει και προστατεύει κάθε κατηγορούμενο απ’ αρχής της ποινικής του περιπέτειας έως εξαντλήσεως όλων των βαθμών δικαιοδοσίας του δικαστικού του αγώνα και μέχρις ότου τελεσίδικα και αμετάκλητα διαγνωσθεί η ενοχή του, ως επιτάσσει το άρθρ. 71 Κ.Π.Δ.;

Προσέτι, όπως έχω σημειώσει σ’ άλλο άρθρο με αφορμή ανάλογα απαράδεκτα περιστατικά, η εικόνα ενός δέσμιου προσαγόμενου κατηγορουμένου να φωτογραφίζεται, να βιντεοσκοπείται, να πολιορκείται από δεκάδες μικρόφωνα χωρίς τη συναίνεσή του και ενώ πασχίζει ν’ εξασφαλίσει την ελάχιστη προφύλαξη, να βομβαρδίζεται ανηλεώς, με επίμονες και ανακριτικού χαρακτήρα ερωτήσεις, ακόμα και αν πρόκειται για τον απεχθέστερο εγκληματία, καταδεικνύει την ελλειπτική δικαϊκή κανονικότητά μας και μας μετατάσσει ανέκκλητα από άποψη ευνομίας στη ζώνη των υποανάπτυκτων κοινωνιών.

Το μέτρο προστασίας που επιφυλάσσει μια πολιτεία στους διωκόμενους και υπό καταναγκασμό τελούντες, προσδιορίζει το πολιτιστικό επίπεδό της και αντανακλά τη στερεότητα ή τη σαθρότητα των δομών της. Το περιλάλητο τεκμήριο αθωότητας που ρητώς κατοχυρώνεται από το άρθρο 6§2 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν ευδοκιμεί σε άγονα νομικά εδάφη και παρηκμασμένες έννομες τάξεις. Τι κι αν υπάρχει ασφαλές περίγραμμα νομικής προστασίας (ν.2172/93, ν.3090/2002, ν.4569/19); Τι και αν απειλούνται σοβαρές ποινικές κυρώσεις και επιβολή υψηλών χρηματικών ποινών; Τα μ.μ.ε. με ευθύνη και ανοχή της πολιτείας είναι κράτος εν κράτει, υπεράνω νόμων.

Στο άρθρ. 15§1 Σ ορίζεται ότι «ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού  συμβουλίου ραδιοτηλεόρασης». Το Ε.Σ.Ρ. ιδρύθηκε το 1989 για να αδειοδοτήσει και εποπτεύσει την λειτουργία ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και της δημόσιας τηλεόρασης. Στα 33 χρόνια από την ίδρυσή του, ανταποκρίθηκε στο ρόλο του ως θεματοφύλακα της συνταγματικής λειτουργίας, άσκησε την κυρωτική διαδικασία σε περιπτώσεις που προδήλως τα αδηφάγα μ.μ.ε υπερέβησαν τα εσκαμμένα και κυρίως δικαίωσε τις προσδοκίες του μέσου πολίτη; Αν κρίνουμε από τις προπαρατεθείσες αστοχίες και ασχήμιες στα όρια της αθλιότητας και την καταπάτηση του υφιστάμενου κώδικα δεοντολογίας, ανενδοίαστα μπορεί να γίνει λόγος για ένα πλήρως αδρανοποιημένο Ε.Σ.Ρ. που, ως μη έδει, περιέργως και επιμόνως σιωπά. Και παρότι στο Ε.Σ.Ρ. συμμετέχουν στις κορυφαίες θέσεις επίτιμα μέλη του Α.Π., φρόνιμο θα ήταν, να προβλεπόταν και αντίστοιχη θέση εισαγγελέα, αποκλειστικά αρμόδιου επί του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου που θα παρεμβαίνει σε κάθε βαριά εκτροπή τους, ώστε να περισταλεί το ταχύτερο και ν’ αποτραπεί αποτελεσματικά η διολίσθησή τους σε αδιέξοδες καταστάσεις πριν ο εξωθεσμικός τους κατήφορος αποβεί κατά πάντα μη αναστρέψιμος. Διαφορετικά, ποιος εντέλλεται να ασκήσει την «ποινική δίωξη» για να επιληφθεί το Ε.Σ.Ρ. που ούτως ή άλλως δεν μπορεί να εμφανίζεται με διπλή ιδιότητα και ως κατήγορος και ως κριτής των αχαλίνωτων τηλεοπτικών εκτροπών και συναφών «ατοπημάτων»;

Η έντονη αντιθεσμική δυσανεξία της τηλεόρασης, υπαγορεύεται από τον ασύμβατο χαρακτήρα της να μην υπακούει σε κανονιστικά πλαίσια λειτουργίας, διακατεχόμενη δε από το σύνδρομο της ύβρεως ως ανεξέλεγκτης υπερεξουσίας να διατυπώνει κυρίαρχη άποψη επί παντός του επιστητού, να μην αναγνωρίζει ζωτικό χώρο εκτός της εμβέλειάς της ακόμα  και αν ορθώνονται συνταγματικά τείχη και παραβιάζοντας ανενδοίαστα το άβατο της δικαιοσύνης να «λεηλατεί» μια συνταγματικά θεσπισμένη εξουσία χωρίς να της ζητείται και χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν.

Τον τελευταίο καιρό φανερή και όχι συγκεκαλυμμένη είναι η προσπάθεια διείσδυσής της στον ευαίσθητο χώρο της δικαιοσύνης που πάντα γοήτευε και σαγήνευε τα πλήθη, αφού τόσο ως ιδέα όσο και ως βίωμα φωλιάζει στην ψυχή του λαού μας. Ο ανεπίτρεπτος σφετερισμός των δικαιικών πραγμάτων την οδήγησε αναπόδραστα σε ευτελείς απομιμήσεις δικαστηριακών πρακτικών και στην αναπαραγωγή κακεκτύπων και συχνά αναζωπυρώνει την γκρίζα ατμόσφαιρα με δήθεν αποκλειστικές πληροφορίες ανταποκριτών της και με δημοσιογράφους ντετέκτιβ που καμώνονται πως ρίχνουν φως στο τούνελ… Μετέτρεψε όλη την χώρα σε απέραντο τηλεοπτικό δικαστήριο.

Αλήθεια, πόσα περιθώρια μπορεί να έχει ο δύσμοιρος τηλεθεατής για να καταναλώσει ακόμα μεγαλύτερη ποσότητα από την χιλιομασημένη τροφή που καθημερινά του σερβίρουν για την υπόθεση της τραγωδίας στην Πάτρα;

Πόσα αποσπασματικά εδάφη από τις απολογίες των κατηγορουμένων ως δολοφόνων της φοιτήτριας στη Ρόδο πρέπει να ακούσει για να τα εμπεδώσει ο μέσος πολίτης, ως εάν επρόκειτο να αποφανθεί ο ίδιος για την περί της ενοχής κρίση του και την προσήκουσα ποινική μεταχείρισή τους. Εκτός εάν η θεσμική αυτή απρέπεια δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί και μην εκπλαγεί κανείς αν κληθούν… σε γκάλοπ να δώσουν την ψήφο τους για την τύχη των κατηγορουμένων και το ύψος της ποινής που πρέπει να τους επιβληθεί.

Η ελληνική τηλεόραση νομοτελειακά πλέον οδεύει χωρίς αντιστάσεις στην παρακμή και στον μαρασμό. Κομίζει την ανυποληψία. Σηματοδοτεί έναν απόλυτα χρεοκοπημένο κόσμο. Εικόνα ντροπιαστική για μια τηλεόραση που δεν μας εκφράζει και ανάξια μιας Ελλάδας που δεν μας ταιριάζει. Μιας χώρας σε βαθιά καταστολή, σε αποδρομή, σε ολισθηρό και χωρίς φρένα κατήφορο.

Η ποινική εμπλοκή κάθε κατηγορουμένου και ο δραματικός δικαστικός αγώνας που στη συνέχεια θα κληθεί να δώσει υπαγορεύει να διασφαλίζονται στο ακέραιο οι εγγυήσεις της δίκαιης δίκης και ο πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων του.

Ομοίως και ο τρόπος που θα επιλέξει να αμυνθεί, είτε αρνούμενος την κατηγορία είτε ασκώντας το δικαίωμα σιγής ή εκδηλώνοντας ειλικρινή μεταμέλεια και ό,τι άλλο υπαγορεύει ως έσχατη εφεδρεία το ένστικτο της αυτοσυντήρησής του, είναι επίσης απόλυτα θεμιτός. Η απαγγελία όμως της καταδικαστικής απόφασης που επισύρει τον εγκλεισμό του στη φυλακή πέραν από το ισχυρό σοκ που προκαλεί, επιφέρει μια αγεφύρωτη ρωγμή στην ύπαρξή του και συνιστά ένα οδυνηρό προσωπικό μαρτύριο ικανό να συνθλίψει και να εξουθενώσει ακόμα και τον πλέον ισχυρό. Κατά συνέπεια οι λαοσυνάξεις (για τις οποίες μεγάλη ευθύνη βαραίνει την τηλεόραση) και το πλήθος που συνέρρευσε στον περιβάλλοντα του δικαστηρίου χώρο εν αναμονή της απαγγελίας της δικαστικής κρίσης, ακόμα και αν επρόκειτο για την υπόθεση του ναζιστικού μορφώματος (που είχε «προαναγγελθεί» και ήταν αναμενόμενη) και οι ξέφρενοι πανηγυρισμοί με καπνογόνα και κροτίδες, αποτελεί όνειδος για το κράτος δικαίου και είναι μια μαύρη σελίδα στα δικαστικά δρώμενα της χώρας, που θα περάσει καιρός για να ξεχαστεί και να σβήσει. Γιατί ακριβώς σ’ αυτές τις περιπτώσεις οφείλει το κράτος δικαίου να προβάλλει την δικαστική αρετή, να αντιτάξει τον πολιτισμό της δίκης, την θεσμική του υπεροπλία, τον σεβασμό στο πρόσωπο παντός κατηγορουμένου, ακόμα και να εκφράσει την συμπάθεια του για την δυσμενή έκβαση της δικαστικής του περιπέτειας, νοηματοδοτώντας στην πράξη την ευπρέπεια, την σύνεση, την καταλλαγή, την έλλειψη εμπάθειας και εν τέλει το μεγαλείο της δικαιοσύνης.

Ολισθηρό δρόμο επίσης επέλεξε και δαιμόνια ενέσπειρε ο τηλεοπτικός φακός και στην υπόθεση της κατηγορουμένης γυναίκας από την Πάτρα, που ακόμα και αν διέπραξε την κορυφαία κτηνωδία που της αποδίδεται (την οποία παρά ταύτα έστω και προσχηματικά πεισματωδώς αρνείται και επομένως ισχύει και στην περίπτωσή της το τεκμήριο της αθωότητας) τα θλιβερά περιστατικά που αναπαρήχθησαν κατά κόρον στις οθόνες όλων των καναλιών, όπως η απειλή λιντσαρίσματος από εξαγριωμένα πλήθη και η αναγραφή στους τοίχους και στα παράθυρα του σπιτιού της αποκρουστικών και απειλητικών ακραίων συνθημάτων, τα οποία μάλιστα απαθανάτιζαν στα κινητά τους, ως απτή πιστοποίηση ότι «ήταν και αυτοί εκεί», εκφραστές μιας ηθικής ανωτερότητας που ο ασυγκράτητος και υπερχειλίζων αποτροπιασμός τους επέβαλε να πάρουν οι ίδιοι τον νόμο… στα χέρια τους, αποτελεί μνημείο χυδαιότητας σε βάρος όλων των υπεραγανακτισμένων «αδιαφθόρων», που όπως στην περίπτωση των Εστιάδων, έτρεξαν «να δουν και να χορτάσουν» και απροκάλυπτης βαρβαρότητας και κυνισμού των αδίστακτων μ.μ.ε. [1]

Αλλά αν έπρεπε να κλείσω με την κατά τη γνώμη μου αλγεινοτέρα θεσμική εκτροπή από τα «έργα και τις ημέρες» της τηλεόρασης, χωρίς δισταγμό θα επικαλούμουν τα όσα ευτράπελα συμβαίνουν σε εν εξελίξει ποινική υπόθεση στην οποία ο κατηγορούμενός καίτοι εκπροσωπείται στη δίκη από συνήγορο της επιλογής του, προφανώς παρασυρμένος από την αίγλη του υπερασπιστικού λειτουργήματος, και υπολαμβάνοντας αφελώς ότι μπορεί ο ίδιος να ανταποκριθεί στα καθήκοντα συνηγόρου του εαυτού του, υποδυόμενος ρόλο που δεν συναρτάται με το θεατρικό σανίδι (κακέκτυπο υπερασπιστή) παντελώς ανυποψίαστος επεδόθη επί μακρόν σε εξαντλητική εξέταση μάρτυρος, «αντιποιούμενος» αλλότριο έργο που αδυνατεί να κατανοήσει και δη το λειτούργημα του συνηγόρου υπεράσπισης, που έρχεται από πολύ μακρυά, ως θαυμαστό πολιτιστικό επίτευγμα και αποτελεί την πεμπτουσία της ποινικής δίκης.

Κράτος δικαίου και μ.μ.ε., δυο ασύμβατοι κόσμοι. Ο ένας ευλαβείται τον νόμο, από τον οποίο και αντλεί τη δύναμή του. Ο άλλος επισείει τα ισοπεδωτικά ποσοστά τηλεθέασης, ως τρόπαιο της επικυριαρχίας του. Είναι πλέον καιρός οι διιστάμενες δύο «κοσμοθεωρίες» να συναγάγουν την ιστορική συνιστώσα: Καμιά έκπτωση στις αρχές και της αξίες που απαρασάλευτα υπηρετεί το κράτος δικαίου και γενναία αυτοκριτική αυτοκαθαρμού των μ.μ.ε. σε μια διαδικασία ώσμωσης πολιτισμού και δημοκρατίας, ως μόνη δίοδος ώστε η ηγεμονεύουσα δύναμη να διώξει από πάνω της ό,τι πιο μαύρο και πιο γκρίζο σκιάζουν τον απέραντο ορίζοντά της.

Δεν διατηρώ υψηλές προσδοκίες, ούτε διακατέχομαι από την ψευδαίσθηση ότι με το παρόν άρθρο θα μπορούσα, ως άλλος Δαυίδ, να αφανίσω την «κακή πλευρά» του μιντιακού γίγαντα Γολιάθ, αλλά ευελπιστώ ότι η προσπάθεια μου θα καταγραφεί όχι ως μια φωνή της ερημίας, αλλά ως ειλικρινής και εναγώνια πρόσθετη παρέμβαση στην προσπάθεια και πολλών άλλων, που υπό προϋποθέσεις μπορεί να εκριζώσει τις χρόνιες κακοδαιμονίες της, να εξυγιάνει τις τηλεοπτικές οθόνες από νοσογόνους ιούς και να καταστήσει ευάερα τα τηλεοπτικά παράθυρα, προς δε να γεννήσει έναν αναγκαίο και γόνιμο δημόσιο προβληματισμό, για να δρομολογηθεί μια νέα περίοδος αποκατάστασης και ενδυνάμωσης της λειτουργίας του πολλαπλώς βαλλόμενου και οιονεί ανυπεράσπιστου κράτους δικαίου.

          Ηγουμενίτσα, 05-05-2022

Παύλος  Τζοβάρας,             

π. Πρόεδρος Δ.Σ. Θεσπρωτίας, επίτιμο μέλος του Δ.Σ. Κερκύρας


[1] Εξόχως αρνητική παράμετρο αποτελεί η απαράδεκτη και κατάδηλα αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της αστυνομικής δύναμης που ήταν επιφορτισμένη με την τήρηση της τάξης και την προστασία της φερομένης ως παιδοκτόνου και των απειλουμένων συγγενών της, η οποία κατά παράβαση του καθήκοντός της όχι μόνο δεν απομάκρυνε πάραυτα το αλλαλάζον πλήθος και δεν προστάτευσε ως ώφειλε παντάπασι τους απειλούμενους αλλά οιστρηλατημένη από τα παραπλανητικά κελεύσματα των ασύδοτων μ.μ.ε. που βομβάρδιζαν… αμάχους, συντονίστηκε στον ρυθμό του αμαθούς όχλου και περιορίστηκε σε «διακριτική» επιτήρηση! Ο δημόσιος βίος πρέπει να κανοναρχείται από τις επιταγές του κράτους δικαίου και την απαρέγκλιτη εφαρμογή του νόμου. Αν όντως, αποδειχθεί ότι η φερομένη ως παιδοκτόνος εγκλημάτισε κατά τον σατανικό τρόπο που της αποδίδεται, αρμόδια να το πουν και να το κρίνουν είναι όχι η φλύαρη και ανεύθυνη τηλεόραση, αλλά μόνο τα δικαιοδοτικά όργανα της πολιτείας.

ΠΕΛΑΤΕΣ ή ΕΝΤΟΛΕΙΣ; άρθρο του Γιώργου Φαϊτά , Δικηγόρου Κέρκυρας

Μάρτιος 24th, 2022

Επιτρέψατέ  μου μία παρατήρηση που έχει να κάνει  με το κύρος  της δικηγορίας και των δικηγόρων. Είναι ένα θέμα  το οποίο πρέπει να μας απασχολεί διότι κατοχυρώνει την επαγγελματική  και την επιστημονική μας υπόσταση.  

Δυστυχώς χρησιμοποιείται κατά κόρον  στις μέρες μας ο χαρακτηρισμός «πελάτης» όσον αφορά «τον εντολέα» του δικηγόρου. Εμείς οι ίδιοι χρησιμοποιούμε αυτό το χαρακτηρισμό παραβλέποντας πως υπάρχουν  συνέπειες, οι οποίες δεν είναι μεν άμεσες  πλην, διαβρώνουν σιγά – σιγά το λειτούργημα της δικηγορίας. Η λέξη «πελάτης» δεν είναι δόκιμη. Παραπέμπει άμεσα σε αγοραία δραστηριότητα, παραπέμπει σε εμπορική συναλλαγή και  υποβιβάζει τον δικηγόρο από δημόσιο λειτουργό σε έμπορευόμενο.

Ο Κώδικας Δικηγόρων μας δίνει την ορθή κατεύθυνση εξαρχής στα άρθρα 1 και 3.

« Αρθρο :1 Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός. Το λειτούργημά του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου. Περιεχόμενο του λειτουργήματος είναι η εκπροσώπηση και υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο.

Αρθρο: 3 Το επάγγελμα του δικηγόρου
1. Ο δικηγόρος ασκεί ελεύθερο επάγγελμα στο οποίο προέχει το στοιχείο της εμπιστοσύνης του εντολέα του προς αυτόν. Για τις υπηρεσίες του αμείβεται από τον εντολέα του είτε ανά υπόθεση είτε με πάγια αμοιβή ή με μισθό. Η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος δεν συνιστά εμπορική δραστηριότητα.»

Πρέπει να παύσουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «πελάτης». Να λέμε ο «εντολέας μου». Προασπίζουμε έτσι την υπόστασή μας.

Αλλωστε και οι γιατροί, πιο προσεκτικοί από τους δικηγόρους, «ο ασθενής μου», λένε.

Κέρκυρα 24/3/2022

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΑΪΤΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Άποψη , (κείμενο άποψης) του Γιώργου Φαϊτά , Δικηγόρου Κέρκυρας

Μάρτιος 16th, 2022

Συνάντηση του Προεδρείου της Ένωσης με τον Υπουργό Δικαιοσύνης

Πραγματοποιήθηκε σήμερα συνάντηση του Προέδρου και του εκπροσώπου Τύπου της Ένωσης  με τον Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Κωνσταντίνο Τσιάρα. Η Ένωση ζήτησε να ενημερωθεί για την πορεία επεξεργασίας του νέου Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και καταθέσαμε τις πάγιες θέσεις μας για την διατήρηση της επετηρίδας ως του μοναδικού και μόνου αδιάβλητου συστήματος προαγωγών. Ο Υπουργός μας πληροφόρησε ότι το σχέδιο του νέου Κώδικα θα τεθεί σε γνώση των Ενώσεων εντός των επόμενων ημερών.

Θέσαμε επίσης επιτακτικά το ζήτημα μιας νομοθετικής ρύθμισης που να περιορίζει την προβολή παρελκυστικών αιτημάτων αναβολής στις ποινικές υποθέσεις μιας δηλαδή βασικής παραμέτρου πολυετών καθυστερήσεων στην εκδίκαση των υποθέσεων.  Είναι καιρός να πάψει η μετακυλιση ευθυνών στον εύκολο στόχο που είναι οι δικαστικοί λειτουργοί και να αναδειχθεί με στατιστικά στοιχεία ποιοί έχουν τις κύριες ευθύνες των καθυστερήσεων. Στην κατεύθυνση αυτή οφείλει να κινηθεί και η συντονιστική επιτροπή των δικηγορικών συλλόγων εφόσον επιθυμεί πραγματικά να συμβάλει στην αναζήτηση ουσιαστικών λύσεων.

ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ

——————

ΠΡΟΣ

Κο Πρόεδρο Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας

Κύριε πρόεδρε,

Η  παραπάνω ανακοίνωση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με ξένισε. Υπογραμμίζω δύο σημεία της στα οποία χωρεί διάλογος.

1)  Αλίμονο αν η επετηρίδα – δηλαδή η παλαιότητα –  παραμείνει ως μοναδική και μόνη  βάση των προαγωγών. Αλίμονο αν η επιμόρφωση, οι τίτλοι σπουδών, ο υπηρεσιακός φάκελος (με ουσιαστικά στοιχεία επιθεωρήσεων και  όχι με το άριστα σε όλους), και τα λοιπά προσόντα, δεν λάβουν οπωσδήποτε επίκαιρη θέση στις προαγωγές των δικαστικών λειτουργών. (Είναι απογοητευτικό ότι πρόσφατα το Υπουργείο έκανε  όπισθεν στο θέμα της υποχρέωσης επιμόρφωσης των δικαστών). Το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι παλιό.  Πρέπει  να εξελίσσονται οι ικανοί ή απλά οι παλιοί;  Η συζήτηση θεωρώ πως  πρέπει να επικεντρωθεί στις επιβεβλημένες  πρόνοιες αξιοπιστίας του συστήματος αξιολόγησης.

2) Οι παρελκυστικές αναβολές στις ποινικές δίκες είναι πράγματι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που πλήττει τη δικαιοσύνη. Οι δικηγόροι έχουν  συχνά μερίδιο ευθύνης. Όμως, δεν αντιλαμβάνομαι, πώς,  μία νέα διάταξη, αυστηρότερη  από την υφιστάμενη,   θα λύσει το θέμα χωρίς να βλάψει τους πολίτες οι οποίοι αποδεδειγμένα αδυνατούν να δικαστούν τη συγκεκριμένη μέρα που κλήθηκαν. Μήπως προτείνεται μία κάθετη απαγόρευση αναβολής; Δεν τολμώ να το πιστέψω αυτό. Η λύση  είναι προφανές ότι  βρίσκεται στη δικαστική έδρα. Ο δικαστής αξιολογεί τον προβαλλόμενο λόγο αναβολής, εκτιμά τις συνθήκες (βασιμότητα, διαδραμόντα χρόνο, διαδίκους, μετακινήσεις προσώπων που συμμετέχουν στη δίκη, προηγηθείσα πρώτη αναβολή κ.ά) και αποφασίζει αιτιολογημένα. Αν προκύπτει παρέλκυση, καλώς απορρίπτει.  Πρόκειται και στην περίπτωση της αναβολής, για  σαφώς δικαιοδοτική λειτουργία, και ο δικαστής  προφανώς φέρει την ευθύνη της απόφασης που εκδίδει. Το συνολικό πρόβλημα όμως δεν  λύνεται με  την απόδοση – καταμερισμό  ευθύνης για την αναβολή στον δικαστή ή τον δικηγόρο.  Αυτή   η θεώρηση του προβλήματος είναι εσφαλμένη και αναποτελεσματική.  Η συζήτηση  πρέπει να επικεντρωθεί  α) στον άπειρο χρόνο για  να φθάσει η ποινική υπόθεση στο ακροατήριο μόλις στα όρια της παραγραφής, και β) στο μεγάλο χρονικό  μήκος των αναβολών. Αυτοί είναι οι  εχθροί της δικαιοσύνης και όχι η  αιτιολογημένη (βραχεία) αναβολή της υπόθεσης.

Πρέπει να    ακούσουμε  προτάσεις εφικτές  για  επίλυση αυτών των ζητημάτων.

Κέρκυρα 1/3/2022

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΑΪΤΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Κείμενο τοποθέτησης του Δικηγόρου Κέρκυρας Θεόδωρου Καρδάμη

Νοέμβριος 22nd, 2021

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Θεωρώ πως ο χρόνος είναι όψιμος ώστε να τοποθετηθώ και δημόσια επί των θέσεών μου για τις επερχόμενες εκλογές του συλλόγου μας, εκλογές με τις οποίες θα επιλέξουμε εκείνες και εκείνους εκ των συναδέλφων μας που για τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα μας αντιπροσωπεύουν ενώπιον των συλλειτουργών μας εντός του δικαστικού μεγάρου, της Ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων και της κοινωνίας.
Η καθημερινότητα στα δικαστήρια, όπως τη βιώνουμε, έχει δυσκολέψει τόσο λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας όσο και λόγω γεγονότων τα οποία είναι γνωστά και αδικαιολόγητα έχουν επιφέρει συνέπειες στο σύνολο του δικηγορικού σώματος στην Κέρκυρα. Θα πρέπει να προσεγγίσουμε εκ νέου τις κύριες και κυρίους Δικαστές και Εισαγγελείς των Δικαστηρίων μας, με μετριοπάθεια αλλά και αποφασιστικότητα ώστε να διασφαλίσουμε ότι θα έχουμε την αντιμετώπιση που αρμόζει στο λειτούργημά μας, ότι θα έχουμε ίση μεταχείριση ανεξάρτητα από την ηλικία μας και το επαγγελματικό μας status και ότι δε θα σπαταλάμε πολύτιμες ώρες εργασίας σε ουρές αναμονής που θα μπορούσαν εύκολα να αποφευχθούν. Μικρές διορθωτικές κινήσεις και αλλαγές μπορούν να κάνουν τη διαφορά στην καθημερινότητά μας.
Ο επαγγελματικός μας κλάδος, όπως και πολλοί άλλοι, υπέφερε και υποφέρει κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Μας διέσυραν και προσέβαλαν, αναγκάζοντάς μας να περιμένουμε επί ώρες μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή ώστε να παρακολουθήσουμε σεμινάρια δήθεν επιμόρφωσης, ανορθόγραφα, ασύντακτα, κυριολεκτικά για τα σκουπίδια. Μας απέκλεισαν από οικονομικές ενισχύσεις και φοροελαφρύνσεις που καρπώθηκαν άλλοι, οικονομικά πιο εύρωστοι από τον μέσο δικηγόρο. Μας συμπεριφέρθηκαν με τρόπο πολύ κατώτερο των περιστάσεων και η ολομέλεια μας αντέδρασε και δεν αντέδρασε. Απαίτησε και δεν απαίτησε. Θα πρέπει το επόμενο διοικητικό συμβούλιό μας και ο πρόεδρός του να μεταφέρει το μήνυμα ότι στο δικηγορικό σύλλογο Κέρκυρας είμαστε πρόθυμοι να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας κόντρα σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, οποιασδήποτε πολιτικής κατεύθυνσης, επιδιώξει να μας αντιμετωπίσει ως κάτι λιγότερο από αυτό που είμαστε.
Η κοινωνία της Κέρκυρας, ενός τόπου με μύρια καλά και άλλα τόσα άσχημα, θα πρέπει να έρθει με το μέρος μας. Είναι ζήτημα ηθικής και προπάντων επαγγελματικής επιβίωσης να επανακτήσουμε τη συμπάθεια του κερκυραϊκού λαού, από τον πλέον ευκατάστατο μέχρι τον χαμηλόμισθο συμπολίτη μας. Το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό για εκείνους που μοχθούν μόνοι τους και μόνες τους να διατηρήσουν τα γραφεία τους, άμισθοι και άμισθες. Η φύση, ο τρόπος άσκησης και η διαφήμιση του επαγγέλματος μας θα αλλάξουν άρδην, άμεσα και είναι προς το συμφέρον όλων μας να διασφαλίσουμε ότι ο κάθε Κερκυραίος και η κάθε Κερκυραία, όταν χρειαστεί δικηγόρο θα αναζητήσει κατ’ αρχήν επαγγελματία που θα ζει και βιοπορίζεται στον τόπο του. Υπευθυνότητα και εξωστρέφεια προς του συντοπίτες μας είναι ο δρόμος για την επαγγελματική ανέλιξη όλων μας.
Όλα τα παραπάνω, επιγραμματικά αναφερόμενα, αποτελούν ένα μικρό μέρος των προκλήσεων που βρίσκονται μπροστά μας ως σύλλογος και ως δικηγόροι. Εγώ το θεώρησα υποχρέωσή μου να τοποθετηθώ, στο βαθμό που μου επιτρέπει η πλατφόρμα αυτή, και ευελπιστώ το ίδιο να πράξουν και οι λοιποί υποψήφιοί, ιδιαίτερα δε οι κύριοι συνάδελφοι που ζητάν τη ψήφο μας για τη θέση του προέδρου. Μια δημόσια τοποθέτηση που θα απευθύνεται σε όλους, ταγμένους και μη του εκάστοτε υποψηφίου, με σαφή αναφορά στα θέματα που μας καίνε, μήπως και την ύστατη στιγμή οι αναποφάσιστοι, μεταξύ των οποίων σαφέστατα είμαι και εγώ, κατορθώσουμε να επιλέξουμε ποιον εκ των δύο εξαίρετων συναδέλφων θα σταυρώσουμε. Εύχομαι η επαύριο των εκλογών να μας βρει με έναν ισχυρό και κυρίως ενωμένο σύλλογο,
Με συναδελφικούς χαιρετισμούς,
Θεόδωρος Καρδάμης υποψήφιος σύμβουλος ΔΣΚ

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ; (κείμενο άποψης) του Γιώργου Φαϊτά , Δικηγόρου Κέρκυρας

Μάιος 24th, 2019

Η τελευταία πτώχευση της χώρας η οποία διαρκεί ήδη μία δεκαετία σάρωσε πλήρως την οικονομία και την κοινωνία. Οι θεσμοί πληρώνουν και αυτοί το τίμημά τους και είναι βαρύ. Η δικαιοσύνη πλήττεται από κυβερνητικές αποφάσεις οι οποίες μέσα στη λαίλαπα της κατάρρευσης λαμβάνονται «ελαφρά τη καρδία» με διακηρυσσόμενο στόχο «την επιτάχυνση απονομής της». Στόχος τους όμως δεν είναι η προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών. Οι πρόχειρες και χωρίς μελέτη επεμβάσεις αυτές είναι δεσμά για τον πολίτη του οποίου περιορίζουν ή εξαφανίζουν τη δικαστική προστασία που οφείλει να του παρέχει το κράτος δικαίου. Του αφαιρούν δικαιώματα τα οποία έχουν προ πολλού αναγνωρισθεί από συνταγματικούς κανόνες, από τις διεθνείς συμβάσεις, από διεθνείς οργανισμούς και την Ε.Ε και τον περιθωριοποιούν.
Θα αρκεστώ να αναφέρω τέσσερις περιπτώσεις «επιτάχυνσης» που επιχειρήθηκε δια της οπισθοδρόμησης του κράτους δικαίου.

1) Με τον ν. 3994/2011 καθιερώθηκε για πρώτη φορά –νέος θεσμός- η εκδίκαση εφέσεων από μονομελή! δευτεροβάθμια δικαστήρια. Μέχρι τότε τα δευτεροβάθμια δικαστήρια ήταν ανέκαθεν πολυμελή. Και αυτό ήταν εύλογο και απόλυτα δικαιολογημένο διότι ίσχυε και προφανώς εξακολουθεί να ισχύει η βασική αρχή: Η δίκη σε δεύτερο βαθμό απαιτεί περισσότερα εχέγγυα ορθής και αμερόληπτης κρίσης την οποία διασφαλίζουν τα πολυμελή δικαστήρια. Όμως αυτήν την εξασφαλιστική για την ασφάλεια του δικαίου και την προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών δικλείδα, τα πολυμελή δηλαδή δικαστήρια εφέσεων, η ελληνική πολιτεία άκριτα τα παραπέταξε στο όνομα κάποιας δήθεν επιτάχυνσης και τα αντικατάστησε με μονομελή.
Αποτέλεσμα: Έλλειμμα σοβαρό στην εξασφάλιση συνθηκών ορθής κρίσης στον δεύτερο βαθμό. Πληττόμενοι φυσικά οι διάδικοι – πολίτες και η δικαιοσύνη.

2) Το έτος 2012 η τότε κυβέρνηση με το άρθρ. 28 ν. 4055/2012 τροποποίησε το άρθρο 47 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) το οποίο μέχρι τότε επέβαλε στον εισαγγελέα πλημ/κών σε περίπτωση απόρριψης έγκλησης να κοινοποιεί την απορριπτική του διάταξη στον εγκαλούντα ώστε με αφετηρία την κοινοποίηση να τρέξει η 15νθήμερη προθεσμία προσφυγής στον εισαγγελέα εφετών. Με τη νέα μορφή που έλαβε το 2012 η διάταξη, ο εισαγγελέας πρωτοδικών δεν υποχρεούται πλέον να την κοινοποιεί στον εγκαλούντα. (επιτάχυνση;;) Πρόκειται για την μ ο ν α δ ι κ ή π ε ρ ί π τ ω σ η στην ελληνική δημόσια διοίκηση όπου μία δημόσια αρχή – αποδέκτης μίας Αιτήσεως του πολίτη (της πλέον σημαντικής και μάλιστα πληρωμένης και με παράβολο)- απαλλάσσεται της υποχρέωσης απάντησης! Είναι εντελώς αδιάφορο για την πολιτεία ότι πρόκειται για αίτηση του πολίτη που αφορά επέμβασή της για προστασία της προσωπικότητας, της περιουσίας, της ελευθερίας, της τιμής και άλλων άκρως σημαντικών αγαθών του. Απάντηση πλέον ο πολίτης-θύμα, δεν παίρνει από τον εισαγγελέα όταν απορρίπτει το αίτημά του για έλεγχο και τιμώρηση του θύτη. Θα μπορούσε αυτή η ρύθμιση να μη είχε επαχθείς συνέπειες αν παράλληλα είχε θεσμοθετήσει η πολιτεία υποχρέωση του εισαγγελέα είτε λχ να αποφανθεί επί της έγκλησης σε ορισμένο χρονικό διάστημα λ.χ. από την 100ή έως την 110η ημέρα από την υποβολή της ώστε ο εγκαλέσας να γνωρίζει πότε θα αναζητήσει πληροφορίες για την τύχη της εγκλήσεώς του είτε να υποχρεώνει τον εγκαλούντα να αναγράφει το email το δικό του ή άλλου πληρεξουσίου του στην έγκληση στο οποίο η γραμματεία της εισαγγελίας θα υποχρεώνεται να απαντά-ενημερώνει τον εγκαλούντα σε περίπτωση απόρριψης, είτε ….
Ο νόμος αδιαφορεί πλήρως για τον πολίτη θύμα της παράνομης πράξης. Ετσι η πολιτεία από το 2012 και ύστερα, αφού καταθέσει την έγκλησή του τον στέλνει για αόριστο χρόνο στο μέλλον είτε να πηγαινοέρχεται καθημερινά στην εισαγγελία και να ρωτά είτε να κατασκηνώσει στο διάδρομο των εισαγγελικών γραφείων αν θέλει να πληροφορηθεί έγκαιρα την έκδοση ενδεχόμενης απορριπτικής διάταξης ώστε εντός τριμήνου να ασκήσει Προσφυγή. Διαφορετικά, πέταξε το πουλάκι.
Αρα η πολιτεία με την νομοθετική της παρέμβαση στο άρθρο 47 ΚΠΔ, στέρησε την οφειλόμενη δικαστική προστασία προς τους πολίτες με μόνη ορατή συνέπεια ότι επέφερε μείωση της δουλειάς στις εισαγγελίες. Είναι φανερό εδώ ότι η πολιτεία περιφρονεί ωμά τους εγκαλούντες διότι δεν τους επιτρέπει να λάβουν έγκαιρη γνώση της τύχης της εγκλήσεώς τους και φαλκιδεύει το δικαίωμά τους προσφυγής στον ανώτερο εισαγγελέα.

3) Ανά διαστήματα η πολιτεία επειδή υπαίτια αδυνατεί να διαχειριστεί τις συντεταγμένες υποχρεώσεις της προς τους πολίτες παραιτείται του δικαιώματος – υποχρέωσής της να παρέχει έννομη προστασία. Γιαυτό συχνά νομοθετεί άρση του αξιοποίνου ευρέων κατηγοριών παρανόμων πράξεων για τις οποίες έχουν υποβληθεί εγκλήσεις από τους παθόντες αλλά δεν έχουν ακόμα εκδικαστεί τελεσίδικα οι πράξεις στα ακροατήρια με αποτέλεσμα οι δικογραφίες να καταλήγουν στο αρχείο. ( λ.χ. τελευταίος ο ν. 4411/2016, αρθρ. 8)
Οι συνέπειες της αντικανονικότητας αυτής είναι ότι αδικεί μία μεγάλη μάζα νομιμόφρονων πολιτών ευνοώντας αθέμιτα αντίστοιχη μάζα παρανομούντων καθώς:

  • Οι παθόντες δεν δικαιώνονται ηθικά.
  • Οι δράστες πανηγυρίζουν.
  • Οι παθόντες βγαίνουν τρείς φορές χαμένοι.
    Πρώτη όταν καταπατήθηκε το δικαίωμά τους από το δράστη.
    Δεύτερη όταν η πολιτεία εξαπατά τον πολίτη-θύμα. Με την απειλή ποινής σε βάρος των θυμάτων σε περίπτωση αυτοδικίας το κράτος διεκδικεί την αποκλειστικότητα στον έλεγχο και κολασμό της παρανομίας. Και αντί να πράξει το καθήκον του αυτό, βάζει τον φάκελο στο αρχείο!
    Τρίτη φορά όταν η πολιτεία δεν επιστρέφει στους εγκαλούντες τουλάχιστον το παράβολο της έγκλησή τους και τα λοιπά έξοδα στα οποία αποδεδειγμένα υποβλήθηκαν. Να αναφέρω και το επιπλέον; Φαντάζει αλλόκοτο στις μέρες μας, και όμως, μία ευνομούμενη πολιτεία θα έπρεπε οπωσδήποτε εκουσίως και αποζημίωση να πληρώσει στους παθόντες εγκαλέσαντες για την αδυναμία της να ανταποκριθεί στην νόμιμη υποχρέωσή της ελέγχου και κολασμού των παρανόμων πράξεων των οποίων υπήρξαν θύματα.
  • Οι παθόντες όπως και οι δράστες διδάσκονται ότι η αυτοδικία είναι η καλύτερη λύση για το μέλλον, μόνο η ζεστή εκδίκηση έχει νόημα και πιάνει τόπο. Και πράττουν αναλόγως.

4) Η τακτική διαδικασία στα πρωτόδικα πολιτικά πρωτόδικα δικαστήρια, Ειρηνοδικεία και Πρωτοδικεία στα οποία δικάζονται περιουσιακού χαρακτήρα ιδιωτικές διαφορές, με τον ν 4335/2015 και με τη δικαιολογία της επιτάχυνσης εξαφάνισε το ακροατήριο, εξαφάνισε τους δικηγόρους, εξαφάνισε τον δικαστή, εξαφάνισε και τους μάρτυρες. Η πολιτεία έκρινε ότι η προφορική διαδικασία του ακροατηρίου, ουσιαστικά η εμμάρτυρη απόδειξη η οποία είναι και η σημαντικότερη κατηγορίας απόδειξης, είναι η αιτία του κακού. Γιαυτό και την κατάργησε. Μαζί κατάργησε και τους δικηγόρους (είναι γνωστό τοις πάσι ότι το ακροατήριο καταξιώνει τον δικηγόρο) και εισήγαγε ένα νέο σύστημα παγκόσμιας πρωτοτυπίας. Τη συνεδρίαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την υποβίβασαν σε εικονική υπόθεση. Μία φενάκη. Δημόσια δίκη δεν γίνεται πλέον. Τώρα ο δικαστής αρκείται σε ένα φάκελο που περιέχει μαρτυρικές καταθέσεις «κονσέρβα». Τις ένορκες βεβαιώσεις. Δύο μάρτυρες του ενάγοντα σ΄ αυτές βεβαιώνουν το Α γεγονός και ταυτόχρονα δύο άλλοι του εναγόμενου βεβαιώνουν το άκρως αντίθετο, το -Α. Οι δικηγόροι υποβιβάστηκαν σε γραφειοκράτες του παρασκηνίου. Ο δικαστής (ο οποίος και αυτός εξαφανίστηκε από το προσκήνιο με συνέπειες αρνητικές στην απόκτηση εμπειρίας διαχείρισης της έδρας) δεν έχει κανένα εφόδιο για να εκφέρει πειστικά την κρίση του. Θα αναρωτιέται όταν διαβάζει τις εντελώς αντιθέτου περιεχομένου ένορκες βεβαιώσεις. Πού είναι η αλήθεια; Ποίοι μάρτυρες άραγε καταθέτουν αναλήθειες; Ο δικαστής χωρίς το ακροατήριο δεν έχει στο νου του την εικόνα του μάρτυρα, τη μορφή του, την προσωπικότητά του, την πειστικότητα του εκφερόμενου λόγου του, την γλώσσα του σώματός του, την εν γένει παρουσία του. Όλα αυτά αποτελούν κριτήρια της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Ο μάρτυρας δεν έχει υποβληθεί ενώπιόν του στη δοκιμασία των ερωτήσεων – διευκρινήσεων και στον έλεγχο της αλήθειας της μαρτυρίας του (δικαστική ψυχολογία;). Ούτε τους διαδίκους έχει αντικρύσει ούτε τους έχει ακούσει, κάτι που συχνά κάνει ο δικαστής όταν είναι παρόντες στο ακροατήριο. Κατάληξη αναπόφευκτη. Απόφαση χωρίς τα επιβαλλόμενα εχέγγυα ορθής δικανικής κρίσης. Αρα, χειρότερη δικαιοσύνη. Η κρατική αυτή λειτουργία τελικά υποβαθμίστηκε σε βάρος των πολιτών. Πίσω από αυτό το (ανεκτό;) κόστος η ψευδεπίγραφη δικαιολόγηση: Επιτάχυνση της δίκης!
Αντ΄ αυτού του κακού μέτρου η επιτάχυνση μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα προς την πλευρά του δικαστή ο οποίος έχει και το κύριο βάρος στην εξέλιξη της προφορικής διαδικασίας την οποία διευθύνει. Ποία είναι αυτά;

  • Αυστηρή τήρηση της μίας (η και καμίας) αναβολής με απειλή πειθαρχικού ελέγχου.
  • Δικαστής με προσωπικότητα, με γνώση και πειθώ που έχει μελετήσει την υπόθεση, έχει ξεκαθαρίσει τα αμφισβητούμενα σημεία, σ΄ αυτά και μόνον επικεντρώνει την απόδειξη και μόνο σ΄ αυτά επιτρέπει την συζήτηση στο ακροατήριο. Αυτός ο δικαστής κερδίζει την εμπιστοσύνη των παραγόντων της δίκης, σίγουρα κάνει καλά τη δουλειά του και εκδίδει απόφαση με πληρότητα.
    Αντί να αναζητηθεί μέθοδος βελτίωσης του δικαστικού έργου ώστε να καταστεί ο δικαστής ικανότερος να διαχειριστεί την έδρα, η πολιτεία κατάργησε την έδρα!!
    Είναι άξιο απορίας πως διασώθηκε η προφορική διαδικασία του ακροατηρίου στις ειδικές διαδικασίες. Μήπως έρχεται και αυτών η σειρά να εξατμιστούν στο βωμό της επιτάχυνσης;
    Κλείνω εδώ.
    Ανησυχώ γιατί αντί για επέκταση και θωράκιση των αρχών της ευνομούμενης πολιτείας διακρίνω διαρκή και διαχρονική σοβαρή υποχώρηση και υποβάθμιση.
    Ποιότητα και ουσία στη δικαιοσύνη υποχωρούν. Αυτή η άκρως αρνητική κατάσταση έχει σημαντική επίπτωση στην ποιότητα και την αλήθεια της δημοκρατίας.
    Κέρκυρα 24/5/2019
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΑΪΤΑΣ
    Δικηγόρος Κέρκυρας

Επιστολή Παύλου Τζοβάρα (δικηγόρου Θεσπρωτίας) προς Πρόεδρο Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας

Ιανουάριος 7th, 2018

Ηγουμενίτσα, 06/06/2016
Προς
Τον Αξ. κ. Ιωάννη Βραδή
Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Κερκύρας

Αγαπητέ φίλε Πρόεδρε.

Μετά μακρόχρονη ποινική διαδρομή
και υπερτεσσαρακονταετή άσκηση του Δικηγορικού λειτουργήματος, υπέβαλα προ μηνός την παραίτηση μου και αποχώρησα της ενεργού δικηγορίας, την οποία σεμνύνομαι ότι «ευφήμως» διακόνησα. Σας εξομολογούμαι,
καίτοι έχω την αίσθηση ότι παραβιάζω ανοιχτές θύρες, ότι όσο και αν προσπαθήσει κανείς να φανεί «σαν έτοιμος από καιρό» για… τέτοια αλλαγή σελίδας στη ζωή του… «είναι οι προσπάθειες του, σαν των Τρώων»!.. Οι συγκινητικές αποτρεπτικές παραινέσεις, Δικαστών και Εισαγγελέων όλων των βαθμίδων, πολλοί των οποίων υπηρέτησαν στο Πρωτοδικείο της έδρας και στο Εφετείο Κερκύρας, ενίων συναδέλφων, εσμού φίλων, πάμπολλων συμπολιτών και διακεκριμένων Ποινικολόγων, ήχησαν περισσότερο ως τιμητικές αποχαιρετιστήριες βολές.
Δεν εστάθησαν ικανές, παρά την ισχυρά περί του αντιθέτου συνηγορία, ώστε μεταγνούς να μεταβάλω γνώμη. Βεβαίως εγιγάντωσαν μέσα μου την αίσθηση ότι, μάλλον, δεν ηγωνίσθην επί ματαίω και οι φιλόφρονες λόγοι τους που απέπνεαν ευγένεια και μεγαλείο ψυχής, αρκούσαν συνεισέφεραν ηθική ν παραμυθίαν.
Δεν σας κρύβω ότι μέσα μου υποβόσκει ένα αδιόρατο πλέγμα «ενοχής» που όλο και πιο εμφατικά προξενεί συνειδησιακές αναταράξεις.
Άλλωστε, η… απαξία αυτή καθ’ αυτή της «υποστολής» της αγωνιστικήςέπαλξης, είναι ασύμβατη με την φύση του Συνηγόρου-Υπερασπιστή.
Την έντονη συναισθηματική φόρτιση, που επιτείνει η… δυσανεξία προς το
ρ. «παραιτούμαι», μετριάζει εν πολλοίς, η άριστη συνεργασία που είχα με
δεκάδες συναδέλφους-μέλη του γεραρού σας Συλλόγου και η αδιατάρακτη
προσωπική σχέση που μαζί σας απέκτησα.

Φίλε Γιάννη,
Αντλώ δύναμη από την κραταιά ανάμνηση των μοναδικών και ανεπανάληπτων στιγμών που έζησα στα τιμημένα ακροατήρια του πρώην Εφετείου και του νυν Δικαστικού Μεγάρου της πόλης της Κερκύρας, που ελάμπρυναν και καθαγίασαν Δικαστές και Εισαγγελείς αδαμάντινου ήθους, ο αλησμόνητος Αρεοπαγίτης Αντώνης Μιχαλακέας, χαρισματικοί και προικισμένοι αγορητές. Αναμιμνήσκομαι με συγκίνηση τον φημισμένο της εποχής εκείνης Κερκυραίο Συνήγορο Στέφανο Φακιολά, οι αγορεύσεις του οποίου απετέλουν, ακένωτο άρωμα πνευματικής ευωδίας και ευθέως… παρέπεμπαν στη φημισμένη σχολή των περιλάλητων Γάλλων Ποινικολόγων.
Αναπολώ ομοίως, τον Άλκη Χαρμπαλή, απαράμιλλο και δεινό αγορητή, που με τιμούσε με τη φιλία του, τους ονομαστούς δικηγόρους Δονάτο Παϊπέτη, Σπύρο Παγκράτη και Νίκο Ράπτη και τους προώρως απελθόντες Δημήτρη Γατόπουλο και Βασίλειο Λιάκουρα (αλησμόνητο αδελφικό φίλο)… απ’ την γραμμή των τεθνεώτων.
Αντλώ κυρίως δύναμη από την ισχυρά «παροικία» των εν ενεργεία δικηγόρων:
Χρήστο Κασίμη, Χρύσανθο Σαρλή, Γεώργιο Καρύδη, Σπύρο Δαπέργολα, Ιωάννη Βραδή, Μάριο Παϊπέτη, Σωτήρη Μικάλεφ, Ιωάννη Μεμμή, Νίκο Αυλωνίτη, Φίλιππα Μπρεντόη, Σπύρο Γερακάρη, Γεώργιο Καλούδη, Στέφανο Νικόπουλο, Αλέκο Αυλωνίτη, Θωμά Αθανασίου, Γαβριήλ Χειρδάρη, Χαράλαμπο Κουρή, Γεώργιο Φαϊτά, Σπύρο Φαϊτά, Γιάννη Μικρούλη, Σπύρο Αλαμανό, Απόστολο Παντελίδη, Σπύρο Σαββανή, Μάνο Ράπτη, Μάνθο Γιαννούλη, Διονύσιο Ηλία, Κωνσταντίνο Τζιβανίδη, Τάσο Σαλβάνο. Περικλή Πιέρρη, Σπύρο Βλάχο, Σπύρο Δραγομάνοβιτς, Βασίλειο Ρίγγα, Νίκο Σταθόπουλο, Φλωρέν Καββαδά… και Μάγδα Βασιλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Τατιάνα Ζερβοπούλου, Μερόπη Υδραίου, Ειρήνη Σπίγγου, ‘Εφη Γογγάκη και Έφη Τσαγκαλίδου, που ευχαριστώ θερμότατα γιατί, με την έκδηλη εγκαρδιότητα σας , με κάνατε επανειλημμένα να αισθάνομαι «μέλος» του Δικηγορικού σας Συλλόγου, εξαιτούμενος της επιεικείας όσων από παραδρομή πιθανόν παρέλειψα.

Αγαπητοί φίλοι και φίλες Κερκυραίοι Δικηγόροι.
Οδηγήθηκα, «ανεπαισθήτως», στην κατάφαση ότι επέστη το πλήρωμα του χρόνο για … τίτλους τέλους!!!…
Καταλυτικά εβάρυνε το γεγονός ότι έπρεπε «να δώσω χώρο» στον υπό την στέγην και σκέπην δικηγορούντα διάδοχον υιόν!…
Ευπροσώπως, κατά ταύτα, νομιμοποιούμαι να ζητήσω, τουλάχιστον… να μου αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του αρθρ. 84§2 περ. β’ Π.Κ., ότι εκινήθην από… αίτια μη ταπεινά!

Θα σας θυμάμαι όλους με νοσταλγία και αγάπη, μοναδικούς και ανεκτίμητους συνταξιδιώτες που αν και ηττημένοι, σε πείσμα της ανέκκλητης Σισύφειας μοίρας μας, αμετανόητοι δεν παύσαμε ούδ’ επί στιγμή ν’ αγωνιζόμαστε για μια καλύτερη Δικαιοσύνη, όπως αρμόζει στην κοινωνία και στην Πατρίδα μας.

Παύλος Τζοβάρας
τ. Δικηγόρος

Ο ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΩΝ

Ιανουάριος 23rd, 2016

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΥΔΗ

Η μεθοδική και σταδιακή επικράτηση στην Ευρώπη των πιο σκληρών νεοφιλελεύθερων δυνάμεων οδηγεί σε ανατροπές της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας αρκετών κρατών- μελών της ευρωζώνης, μεταξύ των οποίων και της χώρας μας.

Οι κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες ελίτ αξιοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ ως κρίση των τραπεζών, επιβάλλουν τις κλασσικές <<θεραπείες>> του νεοφιλελευθερισμού, όπως τη διαρκή ύφεση και λιτότητα, τη συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων και την αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών και λειτουργιών.

Το γερμανικό ευρωιερατείο απεργάζεται την αλλαγή του  οικονομικού μοντέλου των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία, κ.ά. εφαρμόζοντας αυταρχικές δημοσιονομικές μεθόδους πειθαρχίας και τιμωρητικής συμμόρφωσης. Στόχος είναι η ενδυνάμωση της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας των πλεονασματικών χωρών του Βορά και πρωτίστως της Γερμανίας.

Πεντε και ογδοντα εξι

Δεκέμβριος 10th, 2012

από Μάρτη Ιωάννη, δικηγόρο Κέρκυρας
Από Protagon

Οι λέξεις «πέντε και ογδόντα έξι» θα ακούγονται πλέον συχνά στην καθημερινότητα μας. Μια αλλαγή σε σχέση με την υπεροψία του δημόσιου τομέα, των φουσκωμένων μισθών του παρελθόντος, έτσι για να μας βάλουν μυαλό οι Ευρωπαίοι εταίροι μας. Αλλά πλέον ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου τομέα θα περάσει στον ιδιωτικό και τα πεντακοσάρια για επιδόματα, γίνονται 5 και 86 για μισθό, χωρίς διευκρινίσεις του τύπου «βασικός» ή «άνευ επιδομάτων». Για μισθό χωρίς πολλά πολλά.

Έχουμε και λέμε: 25 ετών και άνω, υπάλληλοι 586,08 ευρώ, εργατοτεχνίτες ημερομίσθιο 26,18 ευρώ. Κάτω των 25 ετών, υπάλληλοι 510,95 ευρώ, εργατοτεχνίτες ημερομίσθιο 22,85 ευρώ. Γιατί όταν είσαι νέος οι ανάγκες σου είναι μειωμένες, γιατί να κάνεις παιδί πριν τα εικοσιπέντε;